Tο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο έχει αποτύχει, καθώς η υπόσχεση διαρκούς κοινωνικής προστασίας δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη παραγωγική ανάπτυξη
Δεκαετίες διόγκωσης του κρατικού μηχανισμού, διεύρυνσης των κοινωνικών παροχών, επιδοτήσεων και μαζικής μετανάστευσης έχουν υπονομεύσει την ανταγωνιστικότητα και την αναπτυξιακή δυναμική της Ευρώπης.
Το κόστος αυτής της πολιτικής μεταφέρεται διαρκώς στους φορολογουμένους, μέσα από αυξημένους φόρους και συσσώρευση δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, εντείνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια.
Οι φορολογούμενοι αισθάνονται εξαντλημένοι, ενώ οι κοινωνικές εντάσεις εκδηλώνονται όλο και συχνότερα στους δρόμους.
Οι εικόνες βίας στις γαλλικές πόλεις αποτελούν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τον λογαριασμό που καλείται πλέον να πληρώσει η Ευρώπη.
Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, η Γαλλία βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με εκτεταμένα επεισόδια.
Είναι πιθανό οι εικόνες αυτές να αποδοθούν αποκλειστικά στη δράση μιας βίαιης μειοψηφίας, με το επιχείρημα ότι οι ταραχές δεν εκφράζουν τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που διαδήλωσαν ειρηνικά. Ωστόσο, η κοινωνική οργή είναι υπαρκτή και έχει βαθύτερες αιτίες.


Ποιος πληρώνει; - Το κόστος του διογκωμένου κράτους πρόνοιας
Εδώ και μισό αιώνα, η Ευρώπη οικοδόμησε ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα κοινωνικού κράτους στον κόσμο, στηριζόμενη στην υπόσχεση ότι η κρατική παρέμβαση μπορεί να εγγυηθεί ευημερία, ασφάλεια και ισότητα για όλους.
Tο μοντέλο αυτό έχει αποτύχει, καθώς η υπόσχεση διαρκούς κοινωνικής προστασίας δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη παραγωγική ανάπτυξη.
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Οι δημόσιες δαπάνες της διαμορφώθηκαν στο 57,2% του ΑΕΠ το 2025, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η φορολογική επιβάρυνση έφθασε το 45,3% του ΑΕΠ το 2024, ενώ το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Το ερώτημα είναι εύλογο: εάν οι υψηλές δημόσιες δαπάνες, η βαριά φορολογία και η διευρυμένη κρατική παρέμβαση εξασφάλιζαν ευημερία και κοινωνική συνοχή, η Γαλλία θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Αντίθετα, οι διαδηλωτές διεκδικούν περισσότερες παροχές και μεγαλύτερη κρατική στήριξη από το ίδιο σύστημα που συνέβαλε στη δημιουργία των σημερινών προβλημάτων.
Το φαινόμενο, πάντως, δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι δημόσιες δαπάνες στην ΕΕ έφθασαν το 49,5% του ΑΕΠ το 2025, ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στο 49,8%.
Με άλλα λόγια, σχεδόν το μισό της οικονομικής δραστηριότητας συνδέεται άμεσα με το κράτος, είτε μέσω δαπανών είτε μέσω φορολογίας, ρυθμίσεων και επιδοτήσεων.
Οι κοινωνικές παροχές ανήλθαν σε 4,925 τρισ. ευρώ το 2024, αντιστοιχώντας στο 27,3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Αυξήθηκαν κατά 6,9% μέσα σε έναν χρόνο, όταν το ονομαστικό ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά 4,4%.
Στο κόστος αυτό προστίθενται οι ενεργειακές επιδοτήσεις και οι κρατικές ενισχύσεις.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διέθεσαν το 2024 περίπου 340 δισ. ευρώ για ενεργειακές επιδοτήσεις και επιπλέον 168 δισ. ευρώ για κρατικές ενισχύσεις
Oι κυβερνήσεις επιβαρύνουν αρχικά την ενέργεια με φόρους και ρυθμιστικές παρεμβάσεις και στη συνέχεια χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για να αντισταθμίσουν μέρος του κόστους που οι ίδιες συνέβαλαν να δημιουργηθεί.
Έτσι, οι πολίτες επιβαρύνονται πολλαπλά: ως καταναλωτές, ως φορολογούμενοι και ως μελλοντικοί αποδέκτες των συνεπειών του δημόσιου χρέους.

Δημόσιο χρέος και συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις
Η διόγκωση του κράτους πρόνοιας έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τη συσσώρευση χρέους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία το δημόσιο χρέος της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, της Ιταλίας στο 137,1%, της Γαλλίας στο 115,6%, του Βελγίου στο 107,9% και της Ισπανίας στο 100,7%.
Ωστόσο, το δημόσιο χρέος δεν αποτυπώνει το σύνολο των μελλοντικών υποχρεώσεων των κρατών.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι συνταξιοδοτικές δεσμεύσεις, δηλαδή οι παροχές που έχουν ήδη θεμελιωθεί και θα πρέπει να καταβληθούν τα επόμενα χρόνια.
Οι σχετικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία από τη Eurostat, αντιστοιχούν σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά του ΑΕΠ: 500% στην Ισπανία, 462% στην Αυστρία, 438% στην Ιταλία, 397% στη Γαλλία και 347% στη Γερμανία.
Πρόκειται για μακροχρόνιες δεσμεύσεις που δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, ιδίως όταν δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα αποθεματικά και χρηματοδοτικούς πόρους.
Η Γερμανία, άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, καλείται να μεταφέρει 127,4 δισ. ευρώ από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό στο συνταξιοδοτικό της σύστημα το 2026, ποσό που αναμένεται να αυξηθεί στα 132 δισ. ευρώ το 2027.
Στην Ισπανία, αντίστοιχα, το χρέος της κοινωνικής ασφάλισης έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί από το 2018.
Το συμπέρασμα είναι ότι το σημερινό μοντέλο κοινωνικής προστασίας εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τον δανεισμό και λιγότερο από την πραγματική παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
Η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα υπό πίεση
Κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης πρέπει τελικά να χρηματοδοτηθεί από την παραγωγική οικονομία.
Και αυτή ακριβώς η οικονομία βρίσκεται σήμερα υπό έντονη πίεση.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% για την Ευρωζώνη το 2026, έναντι 2,3% για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τη Γαλλία η πρόβλεψη περιορίζεται στο 0,4%, ενώ για την Ιταλία στο 0,8%.
Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από εκείνη των ΗΠΑ.
Η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, σε συνδυασμό με το υψηλό ενεργειακό κόστος, τη φορολογική επιβάρυνση και την υπερρύθμιση, περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η γερμανική βιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η βιομηχανική παραγωγή υποχωρεί από το 2022, ενώ οι προοπτικές ανάκαμψης παραμένουν αδύναμες. Ιδιαίτερα πιεσμένοι είναι οι ενεργοβόροι κλάδοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος λειτουργίας και αυξημένες δυσκολίες ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα και διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των μισθών.
Η κρίση του κόστους ζωής δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με διαχρονικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου.
Μετανάστευση και κοινωνικές πιέσεις
Επιπλέον, υπάρχει πρόσθετη επιβάρυνση στην πολιτική μαζικής μετανάστευσης, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση του πληθυσμού χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις ως υποκατάστατο ουσιαστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη, όταν συνδέεται με πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, κατάλληλες δεξιότητες και αποτελεσματική ένταξη.
Ωστόσο, ο συνδυασμός υψηλής μετανάστευσης με άκαμπτες αγορές εργασίας, υψηλή φορολογία και εκτεταμένες κοινωνικές παροχές δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις.
Οι δημόσιες υπηρεσίες επιβαρύνονται, η ζήτηση κατοικίας αυξάνεται και οι δυσκολίες κοινωνικής ένταξης εντείνονται σε ορισμένες περιοχές.
Παράλληλα, η αύξηση του συνολικού ΑΕΠ λόγω πληθυσμιακής μεγέθυνσης δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη βελτίωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος ή του βιοτικού επιπέδου.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στη μετανάστευση καθαυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και εφαρμόζεται η σχετική πολιτική.
Φορολογούμενοι και κοινωνική δυσαρέσκεια
Δύο κατηγορίες Ευρωπαίων αισθάνονται ολοένα περισσότερο απογοητευμένοι από το υφιστάμενο μοντέλο.
Η πρώτη περιλαμβάνει τους φορολογουμένους της μεσαίας τάξης, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τους αυτοαπασχολουμένους, οι οποίοι καταβάλλουν ολοένα υψηλότερους φόρους, χωρίς να διαπιστώνουν ανάλογη βελτίωση στις δημόσιες υπηρεσίες, στην υγειονομική περίθαλψη, στη στέγαση και στην ασφάλεια.
Η δεύτερη αφορά κοινωνικές ομάδες που έχουν αναπτύξει ισχυρή εξάρτηση από τις κρατικές παροχές και απογοητεύονται όταν οι προσδοκίες τους δεν ικανοποιούνται.
Και οι δύο πλευρές, αποτελούν θύματα μιας πολιτικής υπόσχεσης: ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να αυξάνουν διαρκώς τους φόρους, να δανείζονται χωρίς ουσιαστικά όρια και να επεκτείνουν τις κοινωνικές παροχές χωρίς οικονομικές συνέπειες.
Σήμερα, όμως, η παραγωγική βάση εξαντλείται.
Κεφάλαια και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό αναζητούν ευνοϊκότερες συνθήκες στο εξωτερικό, ενώ επιχειρήσεις περιορίζουν τις δραστηριότητές τους ή εγκαταλείπουν την Ευρώπη. Το βάρος μεταφέρεται όλο και περισσότερο στη μεσαία τάξη και στις νεότερες γενιές, οι οποίες καλούνται να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις του παρελθόντος.

Η ανάγκη για αλλαγή οικονομικού μοντέλου
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε νέες επιδοτήσεις, πρόσθετους φόρους ή ακόμη μεγαλύτερα προγράμματα κρατικού δανεισμού.
Αντίθετα, απαιτείται περιορισμός των μη παραγωγικών δαπανών, μείωση της φορολογίας στην εργασία και στις επενδύσεις, απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου και απελευθέρωση των αγορών.
Παράλληλα, χρειάζεται μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σταδιακή μετάβαση σε περισσότερο κεφαλαιοποιητικά μοντέλα, όπου οι εργαζόμενοι αποκτούν μεγαλύτερη σύνδεση μεταξύ εισφορών, αποταμίευσης και μελλοντικών παροχών.
Στο μεταναστευτικό απαιτείται πολιτική που να συνδέεται με τις ανάγκες της οικονομίας, την απασχόληση και την αποτελεσματική κοινωνική ένταξη.
Το κράτος δεν δημιουργεί από μόνο του πλούτο.
Ο πλούτος παράγεται μέσα από την εργασία, την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Το κράτος μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξή τους, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει επ' αόριστον την παραγωγική οικονομία.
Οι ταραχές στη Γαλλία αποτελούν προειδοποίηση για όλα τα αναπτυγμένα κράτη.
Όταν επί δεκαετίες καλλιεργούνται προσδοκίες απεριόριστων κρατικών παροχών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική σύγκρουση.
Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός υποσχέθηκε στην Ευρώπη ισότητα, ασφάλεια και ευημερία.
Το αποτέλεσμα ήταν χαμηλή ανάπτυξη, αυξημένο χρέος, πληθωριστικές πιέσεις και κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: είτε θα προχωρήσει σε βαθιές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις είτε θα συνεχίσει να πληρώνει το κόστος ενός μοντέλου που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να χρηματοδοτήσει.
www. bankingnews.gr
Το κόστος αυτής της πολιτικής μεταφέρεται διαρκώς στους φορολογουμένους, μέσα από αυξημένους φόρους και συσσώρευση δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, εντείνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια.
Οι φορολογούμενοι αισθάνονται εξαντλημένοι, ενώ οι κοινωνικές εντάσεις εκδηλώνονται όλο και συχνότερα στους δρόμους.
Οι εικόνες βίας στις γαλλικές πόλεις αποτελούν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τον λογαριασμό που καλείται πλέον να πληρώσει η Ευρώπη.
Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, η Γαλλία βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με εκτεταμένα επεισόδια.
Είναι πιθανό οι εικόνες αυτές να αποδοθούν αποκλειστικά στη δράση μιας βίαιης μειοψηφίας, με το επιχείρημα ότι οι ταραχές δεν εκφράζουν τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που διαδήλωσαν ειρηνικά. Ωστόσο, η κοινωνική οργή είναι υπαρκτή και έχει βαθύτερες αιτίες.
Ποιος πληρώνει; - Το κόστος του διογκωμένου κράτους πρόνοιας
Εδώ και μισό αιώνα, η Ευρώπη οικοδόμησε ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα κοινωνικού κράτους στον κόσμο, στηριζόμενη στην υπόσχεση ότι η κρατική παρέμβαση μπορεί να εγγυηθεί ευημερία, ασφάλεια και ισότητα για όλους.
Tο μοντέλο αυτό έχει αποτύχει, καθώς η υπόσχεση διαρκούς κοινωνικής προστασίας δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη παραγωγική ανάπτυξη.
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Οι δημόσιες δαπάνες της διαμορφώθηκαν στο 57,2% του ΑΕΠ το 2025, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η φορολογική επιβάρυνση έφθασε το 45,3% του ΑΕΠ το 2024, ενώ το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Το ερώτημα είναι εύλογο: εάν οι υψηλές δημόσιες δαπάνες, η βαριά φορολογία και η διευρυμένη κρατική παρέμβαση εξασφάλιζαν ευημερία και κοινωνική συνοχή, η Γαλλία θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας.
Αντίθετα, οι διαδηλωτές διεκδικούν περισσότερες παροχές και μεγαλύτερη κρατική στήριξη από το ίδιο σύστημα που συνέβαλε στη δημιουργία των σημερινών προβλημάτων.
Το φαινόμενο, πάντως, δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι δημόσιες δαπάνες στην ΕΕ έφθασαν το 49,5% του ΑΕΠ το 2025, ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκαν στο 49,8%.
Με άλλα λόγια, σχεδόν το μισό της οικονομικής δραστηριότητας συνδέεται άμεσα με το κράτος, είτε μέσω δαπανών είτε μέσω φορολογίας, ρυθμίσεων και επιδοτήσεων.
Οι κοινωνικές παροχές ανήλθαν σε 4,925 τρισ. ευρώ το 2024, αντιστοιχώντας στο 27,3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Αυξήθηκαν κατά 6,9% μέσα σε έναν χρόνο, όταν το ονομαστικό ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά 4,4%.
Στο κόστος αυτό προστίθενται οι ενεργειακές επιδοτήσεις και οι κρατικές ενισχύσεις.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διέθεσαν το 2024 περίπου 340 δισ. ευρώ για ενεργειακές επιδοτήσεις και επιπλέον 168 δισ. ευρώ για κρατικές ενισχύσεις
Oι κυβερνήσεις επιβαρύνουν αρχικά την ενέργεια με φόρους και ρυθμιστικές παρεμβάσεις και στη συνέχεια χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για να αντισταθμίσουν μέρος του κόστους που οι ίδιες συνέβαλαν να δημιουργηθεί.
Έτσι, οι πολίτες επιβαρύνονται πολλαπλά: ως καταναλωτές, ως φορολογούμενοι και ως μελλοντικοί αποδέκτες των συνεπειών του δημόσιου χρέους.
Δημόσιο χρέος και συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις
Η διόγκωση του κράτους πρόνοιας έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τη συσσώρευση χρέους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία το δημόσιο χρέος της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, της Ιταλίας στο 137,1%, της Γαλλίας στο 115,6%, του Βελγίου στο 107,9% και της Ισπανίας στο 100,7%.
Ωστόσο, το δημόσιο χρέος δεν αποτυπώνει το σύνολο των μελλοντικών υποχρεώσεων των κρατών.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι συνταξιοδοτικές δεσμεύσεις, δηλαδή οι παροχές που έχουν ήδη θεμελιωθεί και θα πρέπει να καταβληθούν τα επόμενα χρόνια.
Οι σχετικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία από τη Eurostat, αντιστοιχούν σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά του ΑΕΠ: 500% στην Ισπανία, 462% στην Αυστρία, 438% στην Ιταλία, 397% στη Γαλλία και 347% στη Γερμανία.
Πρόκειται για μακροχρόνιες δεσμεύσεις που δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, ιδίως όταν δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα αποθεματικά και χρηματοδοτικούς πόρους.
Η Γερμανία, άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, καλείται να μεταφέρει 127,4 δισ. ευρώ από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό στο συνταξιοδοτικό της σύστημα το 2026, ποσό που αναμένεται να αυξηθεί στα 132 δισ. ευρώ το 2027.
Στην Ισπανία, αντίστοιχα, το χρέος της κοινωνικής ασφάλισης έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί από το 2018.
Το συμπέρασμα είναι ότι το σημερινό μοντέλο κοινωνικής προστασίας εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τον δανεισμό και λιγότερο από την πραγματική παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
Η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα υπό πίεση
Κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης πρέπει τελικά να χρηματοδοτηθεί από την παραγωγική οικονομία.
Και αυτή ακριβώς η οικονομία βρίσκεται σήμερα υπό έντονη πίεση.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1% για την Ευρωζώνη το 2026, έναντι 2,3% για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τη Γαλλία η πρόβλεψη περιορίζεται στο 0,4%, ενώ για την Ιταλία στο 0,8%.
Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από εκείνη των ΗΠΑ.
Η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, σε συνδυασμό με το υψηλό ενεργειακό κόστος, τη φορολογική επιβάρυνση και την υπερρύθμιση, περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η γερμανική βιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η βιομηχανική παραγωγή υποχωρεί από το 2022, ενώ οι προοπτικές ανάκαμψης παραμένουν αδύναμες. Ιδιαίτερα πιεσμένοι είναι οι ενεργοβόροι κλάδοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος λειτουργίας και αυξημένες δυσκολίες ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα και διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των μισθών.
Η κρίση του κόστους ζωής δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με διαχρονικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου.
Μετανάστευση και κοινωνικές πιέσεις
Επιπλέον, υπάρχει πρόσθετη επιβάρυνση στην πολιτική μαζικής μετανάστευσης, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση του πληθυσμού χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις ως υποκατάστατο ουσιαστικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη, όταν συνδέεται με πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, κατάλληλες δεξιότητες και αποτελεσματική ένταξη.
Ωστόσο, ο συνδυασμός υψηλής μετανάστευσης με άκαμπτες αγορές εργασίας, υψηλή φορολογία και εκτεταμένες κοινωνικές παροχές δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις.
Οι δημόσιες υπηρεσίες επιβαρύνονται, η ζήτηση κατοικίας αυξάνεται και οι δυσκολίες κοινωνικής ένταξης εντείνονται σε ορισμένες περιοχές.
Παράλληλα, η αύξηση του συνολικού ΑΕΠ λόγω πληθυσμιακής μεγέθυνσης δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη βελτίωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος ή του βιοτικού επιπέδου.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στη μετανάστευση καθαυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και εφαρμόζεται η σχετική πολιτική.
Φορολογούμενοι και κοινωνική δυσαρέσκεια
Δύο κατηγορίες Ευρωπαίων αισθάνονται ολοένα περισσότερο απογοητευμένοι από το υφιστάμενο μοντέλο.
Η πρώτη περιλαμβάνει τους φορολογουμένους της μεσαίας τάξης, τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τους αυτοαπασχολουμένους, οι οποίοι καταβάλλουν ολοένα υψηλότερους φόρους, χωρίς να διαπιστώνουν ανάλογη βελτίωση στις δημόσιες υπηρεσίες, στην υγειονομική περίθαλψη, στη στέγαση και στην ασφάλεια.
Η δεύτερη αφορά κοινωνικές ομάδες που έχουν αναπτύξει ισχυρή εξάρτηση από τις κρατικές παροχές και απογοητεύονται όταν οι προσδοκίες τους δεν ικανοποιούνται.
Και οι δύο πλευρές, αποτελούν θύματα μιας πολιτικής υπόσχεσης: ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να αυξάνουν διαρκώς τους φόρους, να δανείζονται χωρίς ουσιαστικά όρια και να επεκτείνουν τις κοινωνικές παροχές χωρίς οικονομικές συνέπειες.
Σήμερα, όμως, η παραγωγική βάση εξαντλείται.
Κεφάλαια και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό αναζητούν ευνοϊκότερες συνθήκες στο εξωτερικό, ενώ επιχειρήσεις περιορίζουν τις δραστηριότητές τους ή εγκαταλείπουν την Ευρώπη. Το βάρος μεταφέρεται όλο και περισσότερο στη μεσαία τάξη και στις νεότερες γενιές, οι οποίες καλούνται να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις του παρελθόντος.

Η ανάγκη για αλλαγή οικονομικού μοντέλου
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε νέες επιδοτήσεις, πρόσθετους φόρους ή ακόμη μεγαλύτερα προγράμματα κρατικού δανεισμού.
Αντίθετα, απαιτείται περιορισμός των μη παραγωγικών δαπανών, μείωση της φορολογίας στην εργασία και στις επενδύσεις, απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου και απελευθέρωση των αγορών.
Παράλληλα, χρειάζεται μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σταδιακή μετάβαση σε περισσότερο κεφαλαιοποιητικά μοντέλα, όπου οι εργαζόμενοι αποκτούν μεγαλύτερη σύνδεση μεταξύ εισφορών, αποταμίευσης και μελλοντικών παροχών.
Στο μεταναστευτικό απαιτείται πολιτική που να συνδέεται με τις ανάγκες της οικονομίας, την απασχόληση και την αποτελεσματική κοινωνική ένταξη.
Το κράτος δεν δημιουργεί από μόνο του πλούτο.
Ο πλούτος παράγεται μέσα από την εργασία, την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Το κράτος μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξή τους, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει επ' αόριστον την παραγωγική οικονομία.
Οι ταραχές στη Γαλλία αποτελούν προειδοποίηση για όλα τα αναπτυγμένα κράτη.
Όταν επί δεκαετίες καλλιεργούνται προσδοκίες απεριόριστων κρατικών παροχών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνική σύγκρουση.
Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός υποσχέθηκε στην Ευρώπη ισότητα, ασφάλεια και ευημερία.
Το αποτέλεσμα ήταν χαμηλή ανάπτυξη, αυξημένο χρέος, πληθωριστικές πιέσεις και κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: είτε θα προχωρήσει σε βαθιές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις είτε θα συνεχίσει να πληρώνει το κόστος ενός μοντέλου που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να χρηματοδοτήσει.
www. bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών